οι φίλοι μου όλοι

ΤΡΕΛΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΟΙ, ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.

Monday, November 19, 2007

η σκόνη

Κάθε φορά που σκεφτόταν το πατρικό της, ανάμεσα στις σκόρπιες αναμνήσεις η κυρίαρχη δεν ήταν ούτε η πάντοτε ζεστή κουζίνα, ούτε το φως όπως έπεφτε στο πάτωμα φιλτραρισμένο από τα φύλλα της καρυδιάς, μήτε η μυρωδιά από κρεμμύδι στα σκασμένα χέρια της μάνας. Θα μπορούσαν να είναι τα ατέλειωτα παιχνίδια με την αδερφή της, αλλά όχι. Οι κούνιες στο πάρκο, τα ποδήλατα και οι κούκλες δεν ήταν παρά χάρες στους μεγάλους, που έτσι την κοιτούσαν λιγότερο περίεργα. Τί ανόητοι οι εκείνοι οι μεγάλοι, να νομίζουν ότι, απλώς και μόνο επειδή κάποιος είναι μικρός, είναι και κουφός. Πιστεύανε δηλαδή ότι δεν καταλάβαινε τίποτα έτσι όπως την κοιτούσαν και ψιθυρίζανε ανήσυχοι;
Τη φαντασία της τη βασάνιζε το δωμάτιο με τα πράγματα του πάτερα : τα ρούχα του, τα βιβλία βοτανικής που διάβαζε, τα καπέλα του και τα ρολόγια του, όλα στοιβαγμένα σε ένα τραπέζι και μια μικρή ντουλάπα. Το δωμάτιο, πάντοτε σκοτεινό και κρύο, όσο αφιλόξενο και να έμοιαζε, την καλούσε. Η κλειστή πόρτα, τα κουφωτά παράθυρα, η τραβηγμένη κουρτίνα, αντί να εμποδίζουν ενίσχυαν την περιέργεια. Πάνω από όλα όμως, τα γυαλιά του ήταν που την κάνανε να ονειροπολεί. Ήταν γυαλιά εντελώς κοινά, ίδια με εκείνα που χρησιμοποιούσαν όλοι εκείνη την εποχή. Μαύρος, κοκκάλινος, χοντροφτιαγμένος, βαρύς ο σκελετός. Και οι φακοί σαν πάτοι μπουκαλιού, από αυτούς που παραμορφώνουν εντελώς το βλέμμα. Για να μη μιλήσει για τη ζαλάδα που την έπιανε κάθε φορά που δοκίμαζε να δει τον κόσμο όπως εκέινος. Πάλι καλά που σύντομα γλιστρούσε το βάρος τους στη μύτη της κι έτσι το μαρτύριο τελείωνε.
Τα γυαλιά ανήκαν στον πατέρα. Η μάλλον στη σκιά που εκείνος έριχνε στο σπίτι. Γιατί εκείνη ποτέ της δεν τον είδε. Κανένας από τους μεγάλους δε μιλούσε γι'αυτόν. Φωτογραφίες του δεν υπήρχαν πουθενά. Μοναχά στο παλιό κουτί από μπισκότα που φύλαγε η μάνα πορτραίτα πεθαμένων μακρυνών συγγενών είχε βρει κάποιες φωτογραφίες που μοιάζανε παράξενα ακρωτηριασμένες. Αν τις κοιτούσες πιο προσεκτικά διέκρινες ενα παπούτσι ή ένα χέρι που φαινομενικά δεν ανήκε σε κανέναν. Το χέρι με το ψαλίδι δεν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικό με τις λεπτομέρειες φαίνεται. Παρόλα αυτά, πουθενά, ούτε σε μία γωνίτσα δεν είχε καταφέρει να διακρίνει το πρόσωπο πίσω από τα γυαλιά. Δεν ήταν ότι ήθελε να τον έχει γνωρίσει. Όποιος έχει αυτιά δεν κάνει χαζές ευχές. Ήθελε μόνο να δώσει μια όψη, με σάρκα και οστά, στη σκιά εκείνη. Ήθελε μην είναι αναγκασμένη να ξυπνά κάθε βράδυ από τους εφιάλτες με μυωπικά τέρατα που απειλούσαν να την κατακεραυνώσουν με τα τρομακτικά τους μάτια. Και, τέλος, ήθελε να πάψουν πια όλοι να λένε πόσο του μοιάζει. Να μη κλείνει με αποστροφή η μάνα της τα μάτια όταν την καληνυχτίζει με ένα φιλί στο μέτωπο.